Κάπου ανάμεσα, μεταξύ, στο ενδιάμεσο...
Στις αίθουσες αναμονής των σιδηροδρομικών σταθμών, εκεί βλέπεις τα πιο άδεια πρόσωπα, δίχως έκφραση, χωρίς την ελπίδα -ότι κάποιος ή κάτι θα τα λυτρώσει από την απροσμέτρητη πλήξη- ζωγραφισμένη πάνω τους.
Κι όπως κοιτάζω, θυμάμαι αυτό:
"Η ωραία Ελένη της β΄ θέσης"
Στο τραίνο πάντα επιλέγω να κάθομαι σε μονή θέση δίπλα σε παράθυρο, να κοιτάζω έξω, να ξεχνιέμαι ή να κοιμάμαι. Πάντα, εκτός από αυτή τη φορά που η μοίρα με έφερε απέναντί της ακριβώς για να μου δώσει ένα ακόμη μάθημα.
Το ταξίδι μου αυτό, επαναλαμβάνεται πλέον τόσο συχνά, που έχει καταντήσει βαρετό, μονότονο, αναγκαίο κακό. Καθώς δεν διαθέτω ικανότητες τηλεμεταφοράς, ούτε και τα οικονομικά μου μπορούν να αντέξουν το επιπρόσθετο βάρος ενός αεροπορικού εισιτηρίου, το ταξίδι με το τραίνο είναι η μόνη μου επιλογή.
Κάπως έτσι, βρεθήκαμε να καθόμαστε η μία απέναντι στην άλλη. Την κοιτάζω πίσω από τα σκούρα μου γυαλιά, κρυφά. Υπερβολικά νέα, απλά ντυμένη, ελάχιστα βαμμένη, χωρίς ορατές πληγές. Πάντα με συναρπάζουν οι άνθρωποι που φαινομενικά δείχνουν ανέφελοι. Πώς είναι άραγε δυνατόν ο χρόνος που έχουν διανύσει, ακόμη κι αν ήταν ελάχιστος, να στάθηκε μαζί τους τόσο τρυφερός; Ακόμη κι όταν κλαίνε ο πόνος είναι τόσο επιφανειακός που είναι έτοιμοι την επόμενη στιγμή να ξεσπάσουν σ’ ένα ατελείωτο γέλιο. Όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά, δεν γνωρίζουν ή απλώς δεν θέλουν να θέσουν ευδιάκριτα όρια ανάμεσα στη χαρά και τον πόνο.
Φοράει πετροπλυμένο τζην και μωβ μπλουζάκι, το έχει ταιριάξει με ένα ζευγάρι υφασμάτινες γόβες ιδίου χρώματος, με σακατεμένα, μικρά τακούνια. Μοντέρνο, φτηνό ντύσιμο.
Έχει ανεβάσει τα πόδια της στο διπλανό ελεύθερο κάθισμα, λαγοκοιμάται. Χαμογελάει μέσα στον ύπνο της, βλέπω τα χείλη της να σαλεύουν, σαν να ψιθυρίζουν μυστικά. Τι να βλέπει, άραγε; Στα καστανά μαλλιά με τις κόκκινες ανταύγειες έχει περάσει μια τρέσα και μερικά εξτένσιον. Εντελώς ερασιτεχνική δουλειά, σχεδόν μπορώ να μετρήσω τους ευδιάκριτους κόμπους στις ενώσεις της κάθε τούφας. Ο ήλιος έχει στραφεί πάνω της σαν γιγάντιος προβολέας, λες και τη διάλεξε για να πρωταγωνιστήσει σε μονόπρακτο αυτοσχεδιασμού.
Έχω ένα προαίσθημα, ούτε αυτή είχε άλλη επιλογή. Δείχνει άνθρωπος που αφήνεται στη ζωή, να την πάει όπου θέλει εκείνη, χωρίς να προβάλει καμιά αντίσταση, χωρίς καμιά ένσταση. Όπως κι εγώ.
Τη βλέπω να ανατριχιάζει, είναι προφανές πως δεν ταξιδεύει συχνά, αλλιώς θα γνώριζε τις πολικές συνθήκες που επικρατούν μέσα στα τραίνα και θα είχε φροντίσει να ντυθεί αναλόγως. Με τον κλιματισμό -το μόνο πράγμα που θυμίζει πολιτισμό εδώ μέσα- να δουλεύει στο φουλ, η θερμοκρασία έχει πέσει σε αφύσικα χαμηλά επίπεδα. Είμαι σχεδόν σίγουρη μετά από τόσα πολλά ταξίδια ότι με αυτό τον τρόπο θέλουν να μειώσουν κάπως την άσχημη μυρωδιά που αναδύεται από σώματα κι αποσκευές, χαμογελάω στη σκέψη του δικού μου «ένοχου» φορτιού.
Το πηγαινοφέρνω πάνω-κάτω εδώ και τόσο καιρό, έχω μάθει να το κρύβω τόσο καλά, να προσποιούμαι ότι δεν υπάρχει που κάποιες φορές το ξεχνάω σχεδόν. Σαν μια αναπηρία για την οποία ντρέπεσαι, αλλά με τον καιρό τη συνηθίζεις κι όσο δεν την αντιλαμβάνονται οι άλλοι ξεχνάς κι εσύ την ύπαρξή της. Τι κι αν αυτό δεν είναι παρά μόνο μια αυταπάτη; Ό,τι στη ζωή φέρνει μεγάλη χαρά κι ανακούφιση, αυτό δεν είναι άλλωστε;
Η μικρή συνταξιδιώτισσά μου συνεχίζει να βολεύει και να ξεβολεύει τα μέλη της, συνεχίζει να χαμογελάει στον ύπνο της. Αναρωτιέμαι αν είναι σε θέση να γνωρίζει τι θέαμα προσφέρει στα πεινασμένα μάτια, τα δικά μου αλλά και των άλλων…
Τα χαρακτηριστικά της έχουν μια γήινη ατέλεια που μόνο Θεού χέρι μπορεί να δημιουργήσει. Με μάτια στο χρώμα του λαδιού και δέρμα σταρένιο, λες και η φύση επέλεξε το σώμα της για να δώσει ακόμη ένα πάρτι προς τιμήν της. Κι εκείνη μικρή θεά, ανίδεη, χωρίς αιχμές, χωρίς καμιά σκληράδα στα χαρακτηριστικά. Είναι άραγε έτσι αλώβητη και η ψυχή της ή μήπως έχω μια ταλαντούχα ηθοποιό μπροστά μου που ενσαρκώνει τόσο έντεχνα το ρόλο της αθωότητας;
Χωρίς ντροπή συνεχίζω να την παρατηρώ, να τη μεταφράζω, αυθαίρετα. Ένα παιχνίδι που έχω εφεύρει για να περάσει η ώρα, αλλά όπως και όλα τα παιχνίδια που αρχίζω, έτσι κι αυτό, με έχει συνεπάρει. Για πόσο; Ελπίζω να το βαρεθώ γρήγορα, πριν γίνει επικίνδυνο. Τα παιχνίδια με θέμα άλλους ανθρώπους πάντοτε είναι επικίνδυνα και συνήθως τελειώνουν χωρίς νικητές. Στις μάχες, ασχέτως με την έκβασή τους, υπάρχουν πάντα οι παράπλευρες απώλειες που μόνο χαμένους αφήνουν πίσω τους.
Η ιστορία μέσα στο μυαλό μου εξελίσσεται, αβάσιμες υποψίες και συμπεράσματα γεμίζουν και ξοδεύουν τον χρόνο μου, έτσι κι αλλιώς δεν ήξερα τι να τον κάνω.
Τη φαντάζομαι ύστερα από δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια. Μια προβλεπόμενη εξέλιξη. Μια διαφορετική πορεία θα εξέπληττε περισσότερο εμένα από ό,τι την ίδια.
Ένας γάμος, δυο παιδιά, μια μέτρια δουλειά, χωρίς πολλές απαιτήσεις. Καφέδες με τις φίλες στον ελεύθερο της χρόνο, τον ελάχιστο. Τόνους από ασιδέρωτα να γεμίζουν τα σαββατόβραδά της και τραπεζώματα στα πεθερικά τα μεσημέρια της Κυριακής. Κρυφά τηλεφωνήματα, για να παραπονεθεί στη μάνα της και ίσως κάποιος εραστής που θα γνωρίσει σε μια στιγμή, φορτισμένη από τα προβλήματα και τη ρουτίνα, πράγμα φυσικό.
Το πρόσωπό της ούτε κι αυτό θα αντισταθεί στο χρόνο, δεν μπορεί. Θ’ αλλάξει, θα σκληράνει, το δέρμα θα θαμπώσει. Γενναιότεροι άνθρωποι άλλωστε απ’ αυτή δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη φθορά, ούτε και θέλησαν.
Αδιάκριτη περιέργεια με κάνει να θέλω να τρέξω σε fast forward τη ζωή της, λες και είναι γραμμένη σε ψηφιακό δίσκο. Θέλω να μάθω το παρακάτω, όχι μόνο γιατί βιάζομαι, αλλά επειδή ακριβώς γνωρίζω ότι δεν θα είμαι εκεί να την παρακολουθήσω. Κανείς δεν θα ενδιαφερθεί να προβάλει σε καμιά οθόνη την καθημερινότητα αυτού του τυχαίου, μοναδικού όμως πλάσματος.
Μα τώρα είναι ακόμη νέα και τόσο όμορφη, είμαι σίγουρη ότι την λένε Ελένη και πως κάποιος Πάρης την περιμένει στο σταθμό.
Η ώρα περνάει, τα χιλιόμετρα μαζεύουν, λιγοστεύουν, απογοητεύομαι, σαν να μη θέλω να τελειώσει αυτό το ταξίδι. Ξέρω ότι η άφιξη της αμαξοστοιχίας στην αποβάθρα θα με αφήσει με αναπάντητα ερωτηματικά που κανείς δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει.
Το τραίνο διασχίζει την κοιλάδα των Τεμπών, στην επόμενη στροφή παραμονεύει ο επιβλητικός όγκος του Ολύμπου με τη χιονισμένη κορυφή του και τις απότομες πλαγιές του. Ελάχιστα πράγματα εκτιμώ περισσότερο από τη σταθερότητα, επόμενο είναι λοιπόν να με μαγεύει, να με κερδίζει η αιώνια ακινησία του όρους. Μου μεταδίδει μια ψευδαίσθηση σταθερότητας, αυτό που λείπει τόσο πολύ απ’ τη ζωή μου.
Απουσία ενός σταθερού σημείου αναφοράς, εξαντλημένη απ’ αυτό το συνεχές πάνω-κάτω, ανακουφίζω κάπως την αγωνία μου βλέποντας πως τουλάχιστον το φυσικό τοπίο παραμένει γνώριμο, μόνο αυτό.
Καθώς ο ήλιος δύει και το φως λιγοστεύει, δεν με τυφλώνει πια η αντανάκλασή του πάνω στο τζάμι. Η συγκίνηση που με καταβάλει δεν είμαι σίγουρη ότι είναι μόνο από κούραση. Μάλλον έχω επηρεαστεί από τις σκέψεις μου που μετέτρεψαν το μυαλό μου σε κρητικό λαβύρινθο, προσπάθησα να βρω καταφύγιο αλλά κατέληξα να χαθώ μέσα τους, τελικά.
Η «θεά» του απέναντι καθίσματος ξυπνάει, ανοίγει τα ματιά και αγκαλιάζει με το βλέμμα της την εικόνα έξω απ’ το παράθυρο. Με βγάζει απ’ την άβολη θέση, θέλω να την ταρακουνήσω εδώ και ώρα για να προλάβει να δει το τόπο που τη γέννησε. Χαμογελάει, μου απλώνει το χέρι και μου συστήνεται. Με μια απλότητα και αμεσότητα που δεν χαρακτηρίζει την εποχή ούτε και τους ανθρώπους πια, όμως δεν με ξαφνιάζει. Τη λένε Έλενα -έπεσα τόσο μέσα- και η καταγωγή της είναι από την Αρμενία. Χωρίς να προσπαθήσω να της αποσπάσω οποιαδήποτε πληροφορία, μου μιλά εκείνη για τον εαυτό της. Χωρίς μελοδραματισμούς. Παλεύει κάθε μέρα για να γίνει «μία από μας». Δεν θα σταματήσει ακόμη κι αν παραμένει στα μάτια κάποιων πάντα "η ρωσοπόντια". Αγαπάει και τις δύο χώρες εξίσου και τις νιώθει πατρίδες της. Είναι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό το ταξίδι, το πρώτο της με τραίνο. Συγκρατώ τελευταία στιγμή μια ερώτηση που θα μπορούσε να τη γεμίσει αμφιβολίες. «Εκείνες άραγε πόσο σε αγαπούν και σε νιώθουν παιδί τους, Έλενα;».
Αποβιβαζόμαστε, τη βλέπω να χάνεται στην αγκαλιά ενός νέου με στολή φαντάρου. Γυρίζει και με αποχαιρετά μ’ ένα νεύμα, το χαμόγελό της έχει γίνει ακόμη πιο πλατύ και κάνει το πρόσωπό της να λάμπει. Χαίρομαι που εκείνη δεν συμμερίζεται τους φόβους μου και ίσως να έχει δίκιο.
Ίσως να μην έχει τελικά σημασία πού ανήκεις, αλλά το πού θέλεις να ανήκεις. Όλοι οι "θεοί", άλλωστε, έχουν κοινή καταγωγή.
(Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2008)
